18.11.17

Περί Επιστήμης



 Πως ορίζεται

Η επιστήμη[1] αποτελεί ένα σύνολο από συγγενείς γνώσεις και αρχές με καθολική αναγνώριση, που είναι συστηματικά οργανωμένες και συγκροτημένες σε ενιαίο σώμα, άμεσα συναρτημένο με τη γενικότερη εφαρμογή. Αυτό το σύστημα γνώσεων, δημιούργημα του Γνωσιακού Ανθρώπου (Homo Sapiens), προϊόν της διαρκούς αναζήτησης και της πείρας του, είναι ενταγμένο σε θεωρητικά σχήματα, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να προβλεφθούν και να κατανοηθούν νέα άγνωστα φαινόμενα. Με αυτή την διαδικασία εξυπηρετούνται οι πνευματικές, οντολογικές και πρακτικές προσεγγίσεις και οι εν γένει ανάγκες του, για την ερμηνεία των φυσικών φαινομένων του αισθητού κόσμου, του υλικού κόσμου και την εν τέλει κατάκτησή του. Από περιορισμένης ή μερικής έκτασης ειδικές περιπτώσεις συνάγονται συμπεράσματα που γενικεύονται και ανάγονται σε αρχές, που προβλέπουν την πορεία και την εξέλιξη των γεγονότων αφού επαληθεύονται από αυτά. Η επιστήμη ξεκίνησε από την εμπειρία, η οποία αποτελεί παρατήρηση, χωρίς να διέπεται από βασικές αρχές και γενικεύσεις. Για την επιστήμη είναι απαραίτητα τα θεωρητικά, γενικά στοιχεία, γιατί αυτά εξασφαλίζουν την επί το δυνατόν μεγαλύτερη εφαρμογή με τη γενίκευση που της δίνουν. Με την εξαίρεσή της από την επίλυση πρακτικών ζητημάτων και καθημερινού ενδιαφέροντος προβλημάτων, δημιουργήθηκαν αφηρημένες έννοιες, που με αυτές γίνεται η επαλήθευσή της στην πράξη.





Εικόνα
Η σελίδα τίτλου του βιβλίου του Γαλιλαίου) Discorsi e Dimostrazioni Mathematiche, Leiden, 1638.

Η ανάγκη κατανόησης του κόσμου. Η επιστήμη κατά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη

Ο άνθρωπος εξ’ αιτίας των πρακτικών της καθημερινότητας[4], των προβλημάτων προς κατανόηση και προσεγγίσεων σε αυτά, ένιωσε την ανάγκη να παραστήσει τον αντιλαμβανόμενο από αυτόν κόσμο, που του έδωσαν οι αισθήσεις του, με σταθερές ενότητες και σχέσεις που θα μπορούσαν να διατηρηθούν για πάντα. Ο εξωτερικός κόσμος υπάρχει και θα υπάρχει εξ’ αντικειμένου, ούτως ή άλλως εσαεί, εκτός και ανεξάρτητα από τον άνθρωπο και ανεξάρτητα από την ερμηνεία που του δίνει. Στη μελέτη του κόσμου αυτού προσπαθεί ο άνθρωπος να ανακαλύψει τις σχέσεις, που συνδέουν μεταξύ τους τα φαινόμενα το ένα με το άλλο και να τις μεταχειριστεί με τρόπο ώστε να καλυτερεύσει τη ζωή του, αυξάνοντας την παραγωγικότητα της εργασίας. Η επιστήμη φαίνεται σαν μια ενιαία δύναμη, που ασκεί επίδραση στην κοινωνική[5] και πολιτική ζωή του ανθρώπου.


Κατά τον Πλάτωνα και το δυϊσμό του[6], μεταξύ νοητού κόσμου κι αισθητού, μόνο η ανώτερη γνώση, δηλαδή η φιλοσοφία, με αντικείμενό της την ιδέα[7] και τη μέθοδό της που είναι η διαλεκτική[8], δύναται να θεραπεύσει τις αδυναμίες που βαρύνουν ακόμη τον κόσμο των αριθμών. Η φιλοσοφία είναι η γνώση και η αλήθεια. Η επιστημονική γνώση γίνεται για τον Πλάτωνα νοητή μόνο ως φιλοσοφία. Τότε μόνο η επιστήμη είναι η τέλεια γνώση. Στο πρότυπό της πρέπει να προσαρμοσθεί κάθε μορφή γνώσεως για να είναι έγκυρη, ενώ καμία αυτονομία ή θεωρητική άποψη δεν μπορεί να αναγνωρισθεί όταν βρίσκεται εκτός της φιλοσοφίας.


File:Peri geneseos kai phthoras.JPG






Αντίθετα, για τον Αριστοτέλη πραγματική γνώση και επιστήμη, είναι ό,τι αφορά στα φυσικά όντα και στα μαθηματικά, πέραν του άυλου όντος. Αυτή η θεώρηση προέρχεται από τη βασική του θέση για την «ενύπαρξη» του «είδους» στο «υλικό αντικείμενο». Το αριστοτελικό «είδος» διαφέρει από την πλατωνική «ιδέα», γιατί νοείται ως δύναμη μέσα στα υλικά αντικείμενα, ενώ η πλατωνική ιδέα[10] είναι υπερβατική. Η επιστήμη που ταυτίζεται κι εδώ με τη φιλοσοφία, διαρθρώνεται σε φυσική, μαθηματικά και μεταφυσική. Αν και ως προς το περιεχόμενο η Αριστοτελική επιστήμη είναι διαφορετική από την Πλατωνική, από την άποψη του τύπου είναι ταυτόσημη. Βρίσκεται επίσης και στον Αριστοτέλη, η οριστική θεώρηση του ιδανικού της επιστημονικής γνώσης, σύμφωνα με έναν εξαιρετικής αυστηρότητας λογικό τύπο, ως γνώση αποδεικτική ή μάλλον ως αποδεικτικός συλλογισμός.


Συνήθως ο άνθρωπος προσεγγίζοντας ένα φαινόμενο, το περιγράφει και το ερμηνεύει με τη δική του, εκ των αισθητηρίων, αντίληψη και την πνευματική του κατάσταση, που δεν είναι πάντα οι δυνητικά υπάρχουσες λογικές, και πνευματικές υπαρκτές καταστάσεις σε κάθε άνθρωπο. Έτσι η περιγραφή συγχέεται πάντα με την ερμηνεία του. Τα φαινόμενα τα αντιλαμβάνεται μέσα από την εξήγησή τους, η οποία συνήθως προσδίδεται από άλλους «σοφότερους». Αυτή η προσέγγιση εμποδίζει πολλές φορές τη σωστή κρίση και την αναζήτηση της αντικειμενικής αιτίας.

Μεγάλη ανάπτυξη βασισμένη σε αυτό τον τύπο, που αποτελεί πρότυπο για την οργάνωση της επιστήμης, είχαν προπάντων οι φυσικές επιστήμες[11] και τα μαθηματικά. Αυτός ο επιστημονικός τύπος εφαρμόσθηκε στα κοινωνικά φαινόμενα αλλά και σε άλλους κλάδους, ακόμη και στη θεολογία, όμως τα χαρακτηριστικά που αφορούν τη θεολογία είναι διαφορετικά και θα αναφερθούν αναλυτικά και σε επόμενο κεφάλαιο της παρούσης συγγραφής. Η επέκταση του τύπου εφαρμόσθηκε και σε κλάδους που έχουν εντελώς άλλο περιεχόμενο. Μια τέτοια περίπτωση είναι οι «απόκρυφες» επιστήμες. Στην πορεία τής ιστορικής εξέλιξης, που παρουσιάζουν οι διάφοροι επιστημονικοί κλάδοι, στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, η επιστήμη εμφανίζεται ως οργανική ενότητα, που εκφράζει την ίδια μέθοδο σε όλους τους διακριθέντες κλάδους της. Η επιστήμη προσπαθεί να ανακαλύψει ένα τύπο γνώσεων για να δύναται να αντιμετωπίσει την μελλοντική πορεία των φαινομένων, που υπάρχουν εκφραζόμενα ως αυτούσιες παρουσίες ή  να γίνουν αντιληπτά από τον άνθρωπο στο μέλλον. Τοιουτοτρόπως αυτός έχει την δυνατότητα να αλλάξει τη μελλοντική τάξη των φαινομένων στην θεωρητική και στην πρακτική τους προσέγγιση, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του.


http://www.onassislibrary.gr/imagegen.ashx?image=/uploads/mediaem/31497_385274_1280_1280.jpg&width=300&altImage=/uploads/mediaem/noimage.jpg





Νυν πάντων το όφελος, η ρήξη της επιστήμης με την φιλοσοφία

Η επιστήμη, ανέπτυξε τη θεωρητική πλευρά της τεχνικής προς όφελός της, κεφαλαιοποιώντας την, ανεξάρτητα από την πρακτική της εφαρμογή. Ο σκοπός της δεν περιορίζεται πλέον στη θεωρία, που προκύπτει από τα άμεσα πρακτικά ενδιαφέροντα του ανθρώπου ή και από την άμεση πρακτική της προοπτική, γιατί κάθε θεωρητική έρευνα πρέπει να προσπερνά την άμεση πρακτική προοπτική. Η μηχανιστική ανάλυση ώθησε τον άνθρωπο στη δημιουργία του μεγάλου οικοδομήματος της επιστήμης, επειδή ο «κόσμος», υλικός και άυλος, επιδέχεται μια τέτοια τεχνική επεξεργασία. Η επιστήμη είναι πνευματική λειτουργία του ανθρώπου, αναφερόμενη στη γνώση του φυσικού κόσμου που αναγκαία τίθεται στη διάθεση του κατά τον αέναο αγώνα που διεξάγει, ανταγωνιζόμενος τον υπέρτατο συμπαντικό νόμο, για να τον κατανοήσει, να τον ερμηνεύσει και να τον εκμεταλλευτεί στην πράξη.
Η κατάκτηση της αλήθειας προσδίδει δύναμη ώστε από την ουσία της να παραχθεί το καλό αλλά και το κακό. Αποκτά κοινωνικό περιεχόμενο κι ερμηνεύεται εκ των υστέρων φιλοσοφικά, ανάλογα με τις επικρατούσες κοινωνικές καταστάσεις, που εξαρτώνται από την διαμορφούμενη τάση να διατηρηθεί η ισορροπία στον πνευματικό και κοινωνικό βίο. Η επιστήμη αποτελεί κοινωνική λειτουργία άμεσα και στενά συνδεδεμένη, θα λέγαμε άμεσα συναρτημένη, με την ανθρώπινη ιστορία. Με την πρόοδό της αλλάζει την κοινωνική και οικονομική σύνθεση της κάθε χώρας.

Η εφαρμογή της επιστήμης τείνει στον περιορισμό του εμπειρισμού – δηλαδή της άμεσης και αναπόδεικτης για πρακτικούς λόγους εφαρμογής της - που ασχολείται με τη λύση των ζωτικού τύπου προβλημάτων. Αυτή παρέχει τα μέσα στον άνθρωπο να επιδράσει στη φυσική τάξη των φαινομένων. Οι κατακτήσεις της επιστήμης δεν αποτελούν ίσως ακόμη κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, μολονότι η συμβολή της στη βελτίωση, των όρων της ζωής είναι φανερή. Απόδειξη της μόλις διατυπωθείσας άποψης, που λαμβάνει αναγνώριση ιστορικής πλέον παραδοχής, αποτελεί το γεγονός ότι μετά την «Επιστημονική Επανάσταση» ή την «Επανάσταση κατά της Άγνοιας[13]», διερράγησαν οι σχέσεις της επιστήμης με την φιλοσοφία. Η επιστήμη  και η επιστημονική εξέλιξη ταυτίσθηκαν με την τεχνολογική πρόοδο, με την τεχνολογία. Οι επιστημονικές ανακαλύψεις είναι καρπός μιας εποχής που απαιτεί καθορισμένο περιβάλλον χωρίς να είναι ωστόσο το αποτέλεσμα των κόπων ενός και μοναδικού ανθρώπου. Έρχεται κάποια χρονική στιγμή που «είναι σχεδόν κρεμασμένες στον αέρα», δηλαδή προετοιμασμένες από το γενικότερο κλίμα, όπως αποδεικνύεται από πολλές ανακαλύψεις που έγιναν ταυτόχρονα και ανεξάρτητα από διαφόρους επιστήμονες.


Οι κατά εποχή πολιτικές και οικονομικές ελίτ χρησιμοποιούσαν, ακόμη και χρηματοδοτώντας, την επιστημονική έρευνα και την επιστημονική γνώση. Όσο η επιστήμη ήταν εκτός της πρακτικής ζωής, αποτελούσε απλώς φιλοσοφία και απλά, ο έλεγχος της επαληθευμένης της αλήθειας δε χρειαζόταν. Η ανάπτυξή της επιστήμης άρχισε όταν η λογική της απόδειξη ακολουθούσε την μεθοδολογία της πειραματικής απόδειξης και ιδίως όταν άρχισε να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ζωής. Η εφαρμογή της αποτέλεσε δοκιμή της θεωρίας. Το ατομικό κέρδος, το εμπόριο και η βιομηχανία αποτέλεσαν παρόρμηση στην ανάπτυξή της. Οι επιστημονικές ανακαλύψεις έγιναν πηγές δημιουργίας οικονομικών κέντρων και δυνάμεων, με χαρακτήρα που διαρκώς γινόταν περισσότερο γενικευμένος και απρόσωπος, αλλά περισσότερο συλλογικός, άρα περισσότερο ισχυρός.
Η θεωρία του παραδείγματος στις Επιστημονικές Επαναστάσεις

Σπουδαιότατη σημασία διαδραμάτισαν και οι κοινωνικές συνθήκες. Πολλές θεωρίες που γεννήθηκαν κι εκφράσθηκαν σε μια χρονική περίοδο και λησμονήθηκαν, επανήλθαν στην επιφάνεια όταν οι εξωτερικές κοινωνικές συνθήκες έγιναν εν τω μεταξύ πρόσφορες[14]. Αλλά ο ρόλος των κοινωνικών συνθηκών δεν είναι ο μοναδικός όρος και παράγοντας, αφού και άλλοι όροι είναι απαραίτητοι για να αξιοποιηθεί μια εφεύρεση ή να αποκτήσει μια νέα ανακάλυψη την αξία της.


Οι ειδικές αιτίες που προκάλεσαν την ανάπτυξη και τη γέννηση της επιστήμης δεν προσδιορίστηκαν εντελώς. Εκείνο που μπορεί να βεβαιωθεί είναι πως την αρχή αποτέλεσαν, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, οι πρακτικές ανάγκες και αναζητήσεις που απασχόλησαν τον άνθρωπο. (Λ.χ. η ναυσιπλοΐα, η βαλλιστική κτλ.). Οι μαθηματικές ιδέες, η Φυσική, η Ανατομία, η Χυμική και τα φυσικά πειράματα, δεν αναπτύχθηκαν σε θρησκευτικό, πολιτικό ή οικονομικό κενό. Αναπτύχθηκαν ως άμεση ανάγκη μιας πρακτικής εφαρμογής που θα απέφερε την ισχύ της νίκης στους πολέμους, έλεγχο των εμπορικών οδών του μεταξιού, των μπαχαρικών, της ναυτικής κυριαρχίας των θαλασσών, και της ανακάλυψης και κατάκτησης των «Νέων Κόσμων». Ήταν η διαφοροποίηση των επιστημών[15] από τη θεολογία, αρχής γενομένης κατά τον δέκατο έβδομο αιώνα.


Σήμερα η επιστήμη διακρίνεται α) σε αυτή που απαιτεί την άμεση εφαρμογή ενός γνωστικού αντικειμένου, χωρίς να ερευνά για άμεσες νέες σχέσεις μεταξύ θεωρίας, νέων ιδεών και πρακτικής του, χαρακτηριζόμενη ως εφαρμοσμένη επιστήμη και β) εκείνη που αναζητεί νέες σχέσεις  που θα την διέπουν αλλά και θα την ωθούν σε περαιτέρω θεωρητικές προσεγγίσεις, χαρακτηριζόμενη ως καθαρή επιστήμη. Πολλές φορές η επιστήμη δεν γνωρίζει τους νόμους στους οποίους στηρίζει τις επιτυχίες της. Προχωρεί με δοκιμαστικές εφαρμογές, στην «τύχη» πολλές φορές, ακόμη και αν πλανάται. Τελικά τεχνική (συνώνυμο της τεχνολογίας)  κι επιστήμη συναντήθηκαν, έσμιξαν σε ένα μεγάλο πνευματικό χωνευτήρι, με επακόλουθο ως οικοδόμημα, το δημιούργημα του Γνωσιακού ανθρώπου, εκείνου της συλλογικής του πείρας και συνείδησης, χωρίς να υπάρχει σαφής διαχωρισμός της θεωρητικής και της πρακτικά εφαρμοσμένης επιστήμης.
Η Μέθοδος που εφαρμόζει η επιστήμη είναι η παρατήρηση, η συλλογή του επιστημονικού υλικού, η σύγκριση του με την αρχική σύλληψη, το πείραμα και η σύνθεση όλων αυτών των επί μέρους στοιχείων με τα συμπεράσματα και τη διατύπωση των νόμων, που εκφράζονται με μαθηματικές εξισώσεις. Συνήθως δεν τίθεται πρακτικός σκοπός, πολλές φορές όμως τίθενται πρακτικά προσχήματα των οποίων γίνεται συστηματικά η έρευνα. Η επιστήμη οργανώνει τις ιδέες ή την αρχική σύλληψη, τις εφαρμόζει στο υπό διερεύνηση αντικείμενο και εξάγει την απόδειξη. Η κοινή επιστημονική λογική δέχεται αληθινό, ό,τι δεν είναι ψευδές. Η μορφή της επιστήμης και η κατεύθυνσή της προσδιορίζονται αποφασιστικά από τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής. Η κοινωνία σύμφωνα με τις ανάγκες της επιδρά στην επιστήμη, με διαδικασίες συνειδητές, ή ασυνείδητες. Τα φαινόμενα που παρατηρεί, τα συνδέει με λογικά σχήματα σε μια σύνθεση, δημιουργώντας τις υποθέσεις και τις θεωρίες. Προχωρώντας όμως στη μελέτη, ανακαλύπτει νέα για αυτήν φαινόμενα, που μπορεί να μην εμπεριέχονται ή να μην υπάρχει χώρος για αυτά στο προηγούμενο σχήμα που υπήρχε έως τώρα και τότε υποχρεώνεται να αλλάξει το σχήμα. Αυτό δεν αποτελεί αποτυχία, ούτε σημαίνει ναυάγιο για την επιστήμη. Η ιστορία της επιστήμης παρουσιάζει αυτή την πορεία με χαρακτηριστική χρονικότητα σε όλα τα στάδια της εξέλιξής της.


Αποτέλεσμα εικόνας για εικονες ανατομων 17 αιωνας


Με αυτό τον τρόπο ο Γνωσιακός άνθρωπος πλησιάζει εκ του σύνεγγυς  την πραγματικότητα, γιατί η επιστήμη δίδει την εικόνα της πραγματικότητας ευδιάκριτα και ακριβέστερα. Η νέα σύνθεση κρατάει ό,τι είναι χρήσιμο από την παλαιά. Η αλλαγή δεν είναι απλή, γιατί οι παλαιές θεωρίες αποτελούν στοιχεία ζωής για την αντίληψη ολόκληρου του κόσμου, που δύσκολα ο άνθρωπος τις εγκαταλείπει. Συνήθως οι παλαιές θεωρίες χάνονται μαζί με τους φορείς τους, αφού η επιστημονική δια των αιώνων παραδομένη γνώση είναι κατακερματισμένη, παραμένει όμως η αδιάκοπη αναπαράσταση του φυσικού κόσμου, αντιληπτή δια των αισθήσεων, ενός φυσικού κόσμου που έχει ενότητα από μόνος του.
Η επιστημονική, λοιπόν αναζήτηση είναι μια ατέρμονη προσπάθεια του Γνωσιακού ανθρώπου, συνυφασμένη με την ύπαρξή του. Οι αρχικές, πολλές φορές αυθαίρετες αρχές,  συμπληρώνονται και βελτιστοποιούνται με νέες έννοιες, που επιβάλλουν νέα προς έρευνα φαινόμενα, κατανοούμενα από τη γνωσιακή του εμπειρία. Συνεπώς η γνωσιακή εμπειρία του ανθρώπου θεμελιώθηκε και θεμελιώνεται με το πείραμα, επομένως υπάρχει συνεχής εναλλαγή  και μεγαλύτερη προσέγγιση της αναζητούμενης γνώσης και αλήθειας.
Είναι δυνατόν όλη η επιστημονική γνώση να μην προήλθε από την πειραματική απόδειξη της θεωρητικής γνώσης, όμως το πείραμα αποδείχθηκε ότι είναι αναγκαίο για να συμπληρώσει την ισχύ και την αξία της επιστημονικής θεωρίας. Ωστόσο το πείραμα πρέπει να συμφωνεί με τα θεωρητικά σχήματα. Η οριστική και αποφασιστική δοκιμασία μιας επιστημονικής θεωρίας είναι η συμφωνία της με το πείραμα και με τη φύση ή τους φυσικούς νόμους που την διέπουν. Η θεωρία προκαλεί και κατευθύνει τον πειραματισμό. Αποτελεί τον οδηγό στην προσπάθεια του ερευνητή να ερευνήσει τον «ορατό» και «αόρατο» κόσμο.
Η θεωρία συμπληρώνει την πράξη και η τελευταία ελέγχει την ορθότητα της πρώτης. Πολλές φορές η θεωρία έρχεται να εξηγήσει κάτι που κατόρθωσε ο άνθρωπος εμπειρικά, και τότε έχει γενική αξία η θεωρία αυτή. Με τη θεωρία προσεγγίζεται η οδός της κατανόησης των φαινομένων διά μέσου των γεγονότων, για να τακτοποιήσουμε και να εννοήσουμε τον κόσμο που αντιληφθήκαμε και σχηματίσαμε με τις αισθήσεις. Δεν υπάρχει επιστήμη, αν δεν πιστεύουμε πως μπορούμε να συλλάβουμε την πραγματικότητα με τις θεωρητικές μας κατασκευές. Η θεωρία πειραματίζεται να σχηματίσει την εικόνα της πραγματικότητας, αφού στηρίζεται στις αντικειμενικές σχέσεις που ανακαλύπτει.
Ανάμεσα στο παλαιό και το νέο
Η πάλη ανάμεσα στις παλαιές και τις νέες απόψεις αποδεικνύει την πρόοδο και τη τάση πληρέστερης γνώσης του εξωτερικού κόσμου. Πιο σημαντικό είναι συχνά το αποτέλεσμα που αποκομίζει από την έρευνά του ο ερευνητής, παρά εκείνο που αρχικά ξεκίνησε να ερευνά. Πιθανόν το λογικό οικοδόμημα που δημιουργείται να μην τυχαίνει άμεσης εφαρμογής, σημασία όμως έχει ότι κάποτε θα τύχει αυτής της εφαρμογής, οπότε καταξιώνεται και η ισχύς του. Έτσι συνέβη με ό,τι απέδειξε η θεωρητική έρευνα σε πολλές περιπτώσεις.
Οι αλχημιστές στο Μεσαίωνα αυτό που ερευνούσαν βρέθηκε σε μεταγενέστερη εποχή από άλλη επιστημονική οδό και με άλλη μεθοδολογία. Έτσι και οι νέες θεωρίες απέκτησαν τη θεωρητική τους έκφραση σε σχήματα, που είχαν δημιουργηθεί πρωτύτερα, χωρίς τότε να αποβλέπουν σε πρακτική εφαρμογή. Αυτές οι γενικεύσεις και τα σχήματα αποτελούν πολλές φορές εμπόδιο, γιατί περιορίζουν την ευρύτερη προοπτική και την εύρεση άλλων σχέσεων που δεν έχουν προβλεφθεί.
Υπάρχει η αντίληψη, πως η επιστήμη είναι η απόλυτη και η αποκλειστική άποψη της πραγματικότητας και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για τις κοινωνικές και πολιτισμικές σχέσεις της επιστήμης, αφού ό,τι είναι αληθές περιλαμβάνεται στην επιστήμη και ό,τι ψευδές δεν εφαρμόζεται. Όταν αναγνωρισθεί πως η επιστήμη δεν εμπεριέχει όλη την περί του «κόσμου» αλήθεια, αλλά αντιπροσωπεύει λιγοστές ή μερικές από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και εκφάνσεις, μόνο τότε μπορεί να γίνει λόγος για την θέση της επιστήμης στον ανθρώπινο πολιτισμό. Δραστηριότητες και εκφάνσεις που προσδιορίζονται από τις κοινωνικές συνθήκες, από τη σύνθεση που έχει ο κόσμος όπου ζει ο άνθρωπος και λειτουργούν οι θεσμοί του. Τότε  η επιστήμη θα καταλάβει την πρέπουσα θέση της στο παρελθόν, στο παρόν και στο ανθρώπινο μέλλον και εφ’ όσον υπερβεί την κρίση που την διέπει.
Ο ντετερμινισμός στη κλασσική και σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη






determinism




Ο ηθικός ντετερμινισμός ασχολείται με το πρόβλημα της απόδοσης ευθύνης στις ανθρώπινες πράξεις. Κύριοι εκπρόσωποί του στον αρχαίο κόσμο θεωρούνται ο Σωκράτης και ο Πλάτων. Το σωκρατικό «ουδείς εκών κακός» συνάδει με την πλατωνική άποψη ότι κανένας άνθρωπος ο οποίος γνωρίζει το αγαθό δεν είναι δυνατόν να επιλέξει οτιδήποτε άλλο. Επομένως, όλες οι εκούσιες πράξεις του ανθρώπου καθορίζονται από κάποιο διαφαινόμενο αγαθό. Κατ’ επέκταση, η ελευθερία ταυτίζεται με τον καθορισμό της βούλησης από το Αγαθό. Ο καθορισμός της βούλησης ή της επιλογής από το Κακό ισοδυναμεί με δουλεία.
Στον ηθικό ντετερμινισμό του Πλάτωνα αντιτίθεται ο Αριστοτέλης, για τον οποίο ήταν προφανές ότι πολλές φορές οι επιθυμίες ή διαθέσεις ενός ανθρώπου συγκρούονται με τη λογική του, υπό την έννοια ότι μπορεί να επιθυμεί κάτι κακό, ενώ γνωρίζει ότι αυτό είναι πράγματι κακό.
Ο λογικός ντετερμινισμός προκύπτει από την υπόθεση ότι κάθε πρόταση είναι είτε αληθής είτε ψευδής. Αντίθετοι προς το λογικό ντετερμινισμό στον αρχαίο κόσμο ήταν ο Αριστοτέλης και οι Επικούρειοι.
Ο θεολογικός ντετερμινισμός προκύπτει από την πίστη στην ύπαρξη ενός παντοδύναμου και παντογνώστη Θεού, από τον οποίο εξαρτώνται τα πάντα στο σύμπαν, αυτός είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος και τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό από αυτό που τώρα είναι.
Ο φυσικός ντετερμινισμός προκύπτει από την ανακάλυψη αμετάβλητων και απαραβίαστων φυσικών νόμων, οι οποίοι επιδρούν στα έμβια και άψυχα όντα με σταθερό τρόπο, οδηγώντας με μαθηματικό τρόπο σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η ιδέα αυτή έγινε κυρίαρχη στην επιστημονική σκέψη του 17ου και 18ου αι. επηρεάζοντας αποφασιστικά την πρόοδο των φυσικών επιστημών. Η σημασία του φυσικού ντετερμινισμού για τη φιλοσοφία έγκειται στην ανακάλυψη ανάλογων φυσικών νόμων, οι οποίοι διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά καθιστώντας την έτσι ως επί το πλείστον προβλέψιμη.
Κατ’ ουσίαν η βασική ιδέα είναι η ύπαρξη ενός συνδετικού κρίκου μεταξύ φυσικών νόμων και ανθρωπίνων πράξεων και μιας αναλογίας μεταξύ των νόμων που διέπουν το μακρόκοσμο ( σύμπαν ) και το μικρόκοσμο (στην προκειμένη περίπτωση τον άνθρωπο). Η σύνδεση αυτή δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη.

Οι σύγχρονοι ντετερμινιστές πιστεύουν πως για κάθε γεγονός, με όση ακρίβεια και αν το περιγράψουμε, υπάρχει κάποια θεωρία ή σύστημα νόμων τέτοιο ώστε το ότι συνέβη το συγκεκριμένο γεγονός με αυτή την περιγραφή προκύπτει από αυτούς τους νόμους μαζί με πληροφορίες για την προηγούμενη κατάσταση του συστήματος.
Μια κάπως διαφορετική παρουσίαση του παραπάνω αξιώματος συνοψίζεται στα εξής : 1) κάθε γεγονός έχει ένα προηγούμενο αίτιο 2) σε κάθε δεδομένη στιγμή με δεδομένο το παρελθόν, μόνο ένα μέλλον είναι δυνατό και 3) έχοντας γνώση όλων των προηγούμενων συνθηκών και όλων των φυσικών νόμων, κάποιος θα μπορούσε να προβλέψει, σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή, με απόλυτη ακρίβεια τη μελλοντική ιστορία του σύμπαντος.

Το ντετερμινισμό αυτό, πολλοί δίσταζαν να τον εφαρμόσουν στις κοινωνικές επιστήμες. Ο μεθοδολογικός ορισμός της επιστήμης επιτρέπει να μη τεθούν όλες οι απόψεις της κοινωνικής πραγματικότητας στον επιστημονικό μηχανισμό. Ο μηχανισμός αυτός δύναται να εφαρμοσθεί στην κοινωνική πραγματικότητα, όσο παραμένει στατικός, σταθερός παράγοντας μέσα σε αυτή. Η εφαρμογή του επιστημονικού μηχανισμού δεν αποκλείει  την ύπαρξη και άλλων εκδηλώσεων της κοινωνικής πραγματικότητας, που δεν είναι κατανοητές με τον επιστημονικό μηχανισμό. Οι παράγοντες που καθορίζουν τα φαινόμενα δεν είναι με ακρίβεια γνωστοί και αυτός είναι ο καθοριστικός παράγοντας που οδηγεί στις επιστημονικές ελλείψεις. Η στατιστική παίζει εδώ ρόλο βασικό και η μεταφορά της στα φυσικά φαινόμενα του ανθρώπινου μικρόκοσμου δείχνει ίσως περισσότερες αναλογίες και συγγένεια στις επιστημονικές απόψεις.
Η ανθρώπινη πείρα προέρχεται κυρίως από τις αισθήσεις. Οι εικόνες που αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος δια μέσου των αισθητηρίων, αποτελούν τη φυσική πραγματικότητα. Η βιολογική πραγματικότητα αναπτύσσει την υποκειμενική πείρα και δια μέσου αυτής δίδονται όλα τα δεδομένα της πείρας. Η υποκειμενική πραγματικότητα αποκτά για τον άνθρωπο μεγάλη σημασία και επισκιάζει την άλλη που είναι η αντίληψη με τις αισθήσεις. Η φυσική πείρα, που προέρχεται από τις εικόνες που γίνονται αντιληπτές από τα αισθητήρια, οδηγεί τον άνθρωπο να χαρακτηρίσει την πραγματικότητα, στατική και υλική. Από αυτή σχηματίζει μηχανιστικές εικόνες, αυτοί δηλαδή είναι οι νόμοι όπως χαρακτηρίζονται επιστημονολογικά.


Αποτέλεσμα εικόνας για εικονες ανατομων 17 αιωνας


Προκύπτει όμως ένας δυισμός. Από τη μια το πανόραμα που παρέχουν οι αισθήσεις και το οποίο διαρκώς μεταβάλλεται και από την άλλη ένα σύνολο από επιστημονικά σχήματα, που αποζητούν να χρησιμοποιήσουν εκ προοιμίου ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά από αυτό το πανόραμα των αισθήσεων. Τα σχήματα είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην πείρα και να εκκινούν από αυτήν. Τα σχήματα δεν αποκλείουν εκπλήξεις της μελλοντικής πείρας και εφοδιάζουν τον άνθρωπο με σημαντική δύναμη να προχωρήσει στο μέλλον. Τα μηχανιστικά σχήματα, που αναπτύχθηκαν από τα δεδομένα των αισθήσεων παρουσιάζουν σκληρότητα, δυσκαμψία, μολονότι έχουν εφαρμογή και δύνανται να αναπτυχθούν ακόμη περισσότερο. Τα σχήματα πρέπει να ανάγονται στην πείρα, διαφορετικά η ικανότητά τους είναι περιορισμένη, ενώ τα φαινόμενα, ως πολύπλοκα που είναι και για να γίνουν καταληπτά τα σχήματα, πρέπει να αποκλείσουν σημαντικές συνθήκες.
Τα φαινόμενα του ανθρώπινου μικρόκοσμου δεν εξηγούνται με τα μηχανιστικά σχήματα που εφαρμόζονταν για τον εξωτερικό κόσμο πρωτύτερα. Ανάλογα δε, είναι και τα σχήματα που εφαρμόζονται στα κοινωνικά και ψυχολογικά φαινόμενα. Κάποια στατικότητα ωστόσο μπορεί κανείς να παρατηρήσει και σε αυτά τα φαινόμενα. Την θέση του ντετερμινισμού έρχεται να καταλάβει η πιθανότητα δια της στατιστικής.
Γνώση Μαγεία και πρωτόγονη θρησκεία

Η γνώση στην πρωτόγονη εποχή αναπτύσσεται στη μαγεία, που μπορεί να χαρακτηρισθεί φανταστική, τεχνική, και στηριζόμενη σε λανθασμένες γνώσεις και αντιλήψεις. Ο άνθρωπος δεν ξεχωρίζει το υποκειμενικό από το αντικειμενικό. Ο μάγος πιστεύει πως υπάρχουν μυστικές δυνάμεις και σχέσεις ανάμεσα στα αντικείμενα που μπορεί να τις ρυθμίσει αυτός, αφού με την ευκολία που κινεί τα μέλη του, πιστεύει πως είναι δυνατόν να κινήσει και τα έξω από αυτόν αντικείμενα. Ο ανιμισμός[19] δέχεται πως υπάρχει εξωτερικός κόσμος με στατικές ιδιότητες, υλικές, και πως στο σύμπαν κατοικούν πνεύματα τα οποία χειρίζονται τα φαινόμενα μέσα στον ορατό και αόρατο κόσμο. Πολλές φορές οι ιδέες αυτές φαίνονταν μη πραγματικές. Όμως ο άνθρωπος εκείνης της εποχής δεν δεχόταν τη μη ορθότητα αυτών των ιδεών ενώ η μη επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος ήταν αποτέλεσμα παρεμβολής αντιθέτων πνευμάτων ή των ενεργειών άλλου μάγου. Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να διαπιστώσει ο άνθρωπος, πως υπήρχαν μηχανικές αρχές με σταθερή αιτιότητα και πως στα διάφορα προβλήματα το πείραμα αποτελούσε τον έλεγχο της ιδέας.


Η θρησκεία επικεντρώθηκε στο να εξάρει την υποκειμενική ενέργεια του ανθρώπου, τονίζοντας τη συμμετοχή του ατόμου και όχι προσώπου, σε έναν αόρατο κόσμο, που ρυθμίζει τη ζωή του συνόλου. Επιδίωξε και χρησιμοποίησε τις αόρατες δυνάμεις για το σύνολο και όχι για τον άνθρωπο. Η πρωτόγονη θρησκεία δεν ξεχωρίζει και αυτή το πώς αντιλαμβάνεται τον υλικό κόσμο, το αντικειμενικό από το υποκειμενικό. Η θρησκεία έθετε πάντα σε έλεγχο τις νέες ιδέες, που «ενοχλούσαν τα πνεύματα» και διαιώνιζε τη νοοτροπία, που αποτελούσε τη βάση της μαγείας. Η κατάσταση αυτή διήρκησε μέχρι το Μεσαίωνα.
Πριν αναπτυχθεί η επιστημονική σκέψη, η τεχνική πρόοδος εξελισσόταν αργά. Με την πάροδο του χρόνου, μια τάξη ανθρώπων άρχισε να κάνει «καθαρή» έρευνα. Στους πολιτισμούς της Βαβυλώνας και της Αιγύπτου, κυριαρχούσης της μαγείας, υπήρξε μεγάλη ανάπτυξη των μαθηματικών επιστημών πέραν των πρακτικών αναγκών. Οι ιερείς στη Βαβυλώνα προχώρησαν στην άλγεβρα και έλυσαν δευτεροβάθμιες εξισώσεις. Στη γεωμετρία γνώριζαν το θεώρημα, που μετά από χιλιάδες χρόνια διατύπωσε  ο Πυθαγόρας, παραδίδοντάς το στον πολιτισμένο κόσμο με το όνομά του. Η ανάπτυξη αυτή των μαθηματικών επιστημών δεν είχε καμία απήχηση -  επίδραση ή θετική επίπτωση στη γενική πνευματική κατάσταση, στη νοοτροπία και στη καθημερινή ζωή. Σε αυτό το περιβάλλον των προλήψεων και της μαγείας αναπτύχθηκε και η αστρολογία, η οποία εξακολουθούσε να ακμάζει μέχρι το Μεσαίωνα, με τις ίδιες αρνητικές επιπτώσεις στην καθαρή επιστημονική γνώση. Η ίδια κατάσταση παρουσιάζεται και σε άλλους πολιτισμούς: στην Κίνα, στην Ινδία, στην Ιαπωνία, στον πολιτισμό των Μάγια της Αμερικής. Αυτό αποδεικνύει πως η δυναμική της επιστήμης δεν σχετίζεται με φυλετικές ή μη ανωτερότητες.
Η ελληνική επιστημονική παράδοση, καθοριστικός ο Αριστοτέλης

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/a4/Aristoteles_Louvre.jpg



Από την ιστορία της επιστημονικής εξέλιξης, μόνο η ελληνική επιστημονική παράδοση κατάφερε να αναπτυχθεί και να αποτελέσει τη βάση της σημερινής επιστήμης. Η ελληνική σκέψη έθεσε τις γενικές γραμμές  στις φυσικές επιστήμες, στην φιλοσοφία και γενικότερα σε κάθε επιστημονικό τομέα. Ανέπτυξε τη γεωμετρία σε τέτοια τελειότητα, ώστε να έχει συγχρόνως πνευματική, θετική και πρακτική μορφή, με εφαρμογές στα ουράνια σώματα, στην κίνησή τους, καθώς και σε προβλήματα μηχανικής.
Στα πλαίσια του ελληνικού τρόπου σκέψης, με την ανάπτυξη της τέχνης και της φιλοσοφίας, οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν με καινοτόμα οπτική και πράξη τον αντιληπτό κόσμο και τις σχέσεις τους με τον ίδιο τον άνθρωπο. Πέραν των μύθων και των  θεών άρχισαν να ερευνούν μέσω της Λογικής, αρχικά, θέματα του κόσμου – της κοσμογονίας, την εξήγηση φυσικών φαινομένων, μετά δε θέματα που αφορούσαν τον «εσωτερικό» άνθρωπο. Οι απόψεις ήταν πολλές, οργανωμένες σε φιλοσοφικά συστήματα. Δεν υποτιμούσαν την αφετηριακή για τη μάθηση αξία του πειράματος. Η επιστήμη για τους Έλληνες, δεν αποτελούσε δύναμη του ανθρώπου έναντι της φύσης, έναντι των φυσικών δυνάμεων και της ροής τους, ή γενίκευση της θεωρητικής σημασίας της τεχνικής. Η τεχνική ήταν για αυτούς κατώτερη πνευματική εκδήλωση με σκοπό την άμεση πρακτική. Αξία είχε η φιλοσοφική αναζήτηση, γιατί ήταν ανιδιοτελής, καθαρά πνευματική εργασία, χωρίς να αποβλέπει σε άμεση χρήση για πρακτικούς σκοπούς.

Ο Αριστοτέλης[21] γεννήθηκε το 384 π.Χ. στα Στάγειρα της Χαλκιδικής, στην ακτή του Στρυμονικού κόλπου και πέθανε το 322 στη Χαλκίδα της Εύβοιας. Η φιλοσοφική και επιστημονική του διδασκαλία αποτελεί το κορύφωμα της αρχαίας σκέψης και έρευνας, δεν είναι μόνον ένας εκλεκτικός συνδυασμός και μια πρωτότυπη συστηματοποίηση των διδασκαλιών που είχαν διαμορφωθεί πριν από αυτόν, αλλά κυρίως προσπαθεί να δώσει ή δίνει δημιουργικές λύσεις στα προβλήματα που είχε δημιουργήσει η προηγούμενη εξέλιξη του στοχασμού. Η βασική αρχή του φιλοσοφικού του συστήματος συνίσταται στο ότι είναι δυνατό να αποκτηθεί η γνώση των πρώτων αιτίων και έτσι να εξασφαλιστεί και η γνώση τού κάθε αντικειμένου. Ο Αριστοτέλης συγκέντρωσε τις γνώσεις της αρχαίας εποχής, το θεωρητικό τους υπόβαθρο και ό,τι εξ’ αυτών θεωρήθηκε επιστημονικά ενδιαφέρον, ώστε αυτή η Αριστοτέλεια γνώση, όπως εκφράσθηκε από τη φιλοσοφική του προσέγγιση, να αποτελέσει τη βάση της σημερινής επιστήμης.


Ο Αριστοτέλης διακρίνει τις επιστήμες σε τρία είδη: τις «θεωρητικές», τις «πρακτικές» και τις «ποιητικές». Οι θεωρητικές έχουν ως αντικείμενο και σκοπό τους την κατάκτηση της αλήθειας διαιρούμενες στα μαθηματικά, τη φυσική και τη μεταφυσική που την ονομάζει «πρώτη φιλοσοφία» ή «θεολογική». Οι πρακτικές επιστήμες αποβλέπουν στην πράξη και διαιρούνται στην πολιτική, την οικονομική και την ηθική. Οι ποιητικές έχουν ως αντικείμενό τους τη δημιουργία έργου «εξωτερικού», αντιληπτού δια των αισθήσεων και εκφραζόμενου από τον δημιουργό του. Κατά τον Eduard Zeller, η καλύτερη και σκοπιμότερη διαίρεση του φιλοσοφικού συστήματος του Αριστοτέλη είναι κυρίως σε: λογική, μεταφυσική, φυσική και ηθική.
 Η Λογική του Αριστοτέλη
Με βάση και αφετηρία τη διδασκαλία του Σωκράτη και του Πλάτωνα – του οποίου υπήρξε μαθητής – ο Αριστοτέλης δημιούργησε τη Λογική ως αυτοτελή επιστήμη που την ονομάζει «αναλυτικά», δηλαδή καθοδήγηση στην τέχνη της έρευνας και την πραγματεύεται ως επιστημονική μεθοδολογία.
Η επιστήμη, κατά τον Αριστοτέλη, συνίσταται στην παραγωγή του μερικού από το γενικό, του αποτελέσματος από τις αιτίες του. Η ανάπτυξη όμως της σκέψης, στη ροή του χρόνου, ακολουθεί αντίθετο δρόμο. Επιβάλλεται  να αφαιρούνται οι γενικές έννοιες από τις μερικές παρατηρήσεις και να βαίνουμε βαθμηδόν μέσω της μνήμης, από την αίσθηση στην εμπειρία και από εκεί στη γνώση. Είναι φυσικό, λοιπόν, οι αισθήσεις μόνες τους να μη μας απατούν ποτέ, επομένως κάθε πλάνη προέρχεται, από την εσφαλμένη συσχέτιση και τον κακό συνδυασμό των μαρτυριών τους. Για το λόγο αυτό ο Αριστοτέλης εξετάζει όχι μόνο την «απόδειξη»  αλλά και την «επαγωγή». Και στις δύο, προτάσσει τη θεωρία του συλλογισμού. Συλλογισμός είναι, κατά το φιλόσοφο, ένας λόγος που επιτρέπει, από προϋποθέσεις που τέθηκαν, να εξαχθεί κάτι νέο. Οι προϋποθέσεις αυτές διατυπώνονται σε προτάσεις, που η κάθε μια αποτελείται από δύο έννοιες, από δύο «όρους», από το «υπο-κείμενο» και το «κατηγορούμενο». Οι προτάσεις - κατηγορικές κρίσεις - διαιρούνται σε καταφατικές και αποφατικές, σε γενικές, μερικές και αόριστες.
Ο Αριστοτέλης ανακάλυψε πρώτος ότι ο συλλογισμός είναι ο θεμελιακός τύπος, που κινείται κάθε πρόοδος των εννοιών κι έδωσε τον ορισμό του. Συλλογισμοί αποτελούν τις αποδείξεις, που ως έργο  η κάθε μια από αυτές έχει να παράγει το αποτέλεσμα από τις αιτίες του, πράγμα που είναι η καθ’ αυτό γνώση. Συνεπώς οι προϋποθέσεις πρέπει να αποτελούνται από αναγκαίες και με γενικό κύρος προτάσεις και μια τέλεια απόδειξη. Τέλεια επιστήμη, λοιπόν, υπάρχει μόνον εκεί όπου εκείνο που πρέπει να αποδειχθεί, παράγεται από τις ανώτερες προϋποθέσεις. Τόσο οι αναγκαίες αρχές, που από αυτές εκκινεί η απόδειξη, όσο και τα αντικείμενα όπου εφαρμόζονται οι αρχές εκείνες, πρέπει να μας είναι γνωστά χωρίς απόδειξη. Όπως τα αντικείμενα τα γνωρίζουμε άμεσα με την αίσθηση, έτσι έχει και ο νους τη δύναμη να γνωρίζει άμεσα, εποπτικά κι επομένως αλάνθαστα τις καθολικές αρχές.
Ανώτατη και αναμφισβήτητη αρχή του νου, θεωρεί ο Αριστοτέλης το νόμο της «αντίφασης». Για να θεμελιώσει, όμως, επιστημονικά τις πεποιθήσεις του αυτές, στη θέση τής απόδειξης τοποθετεί την επαγωγή. Ο ορισμός στηρίζεται στην απόδειξη και την άμεση γνώση, που επικυρώνεται με την επαγωγή. Η έννοια σε πιο στενή σημασία, όταν είναι αντικείμενο του ορισμού, καταδεικνύει την ουσία ή τη μορφή των όντων, το είδος τους, εντελώς ανεξάρτητα από την ύλη τους.
Αν μια τέτοια έννοια εκφράζει ό,τι είναι κοινό σε πολλά όντα, που διαφέρουν κατά το είδος, τότε αυτή η έννοια αποτελεί το «γένος». Αν προστεθεί στο γένος «η ειδοποιός διαφορά», τότε προκύπτει το «είδος». Αν το είδος προσδιοριστεί με περισσότερα διακριτικά γνωρίσματα και με μεγαλύτερη ακρίβεια, καταλήγουμε στην έννοια των κατωτάτων ειδών, που αποτελούν τα «καθ’ έκαστον» όντα, δηλαδή το κάθε αντικείμενο. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο και αναγκαίο ο ορισμός να περιλαμβάνει όλα τα γνωρίσματα - που με αυτά γίνεται η παραγωγή της εννοίας «γένος» - όχι μόνο πλήρη, αλλά και στη σωστή τάξη, έτσι που από τα «καθ’ όλου» να φτάνουμε κλιμακωτά στα «καθ’ έκαστον» δηλαδή στα μερικά. Όλες οι έννοιες βρίσκονται κάτω από ένα ή περισσότερα γένη ή σχήματα «κατηγοριών». Ο Αριστοτέλης αποδέχεται δέκα κατηγορίες: την ουσία «ουσία ή τι εστί», την ποσότητα «ποσόν», την ποιότητα «ποιόν», την αναφορά «προς τι», τον τόπο «που», το χρόνο «πότε», τη θέση «κείσθαι», την κατάσταση «έχειν», την ενέργεια «ποιείν», το πάθημα «πάσχειν». Οι σπουδαιότερες «κατηγορίες» είναι οι τέσσερις πρώτες και από αυτές πάλι η κατηγορία της ουσίας, γιατί με αυτή σχετίζονται όλες οι άλλες, όπως το παράγωγο από το αρχικό. Η κατηγορία της ουσίας, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αριστοτέλη, αποτελεί το ουσιώδες αντικείμενο της «Πρώτης Φιλοσοφίας» ή της Μεταφυσικής.



α) Το «καθ’ έκαστον» και το «καθ’ όλου». Ο Αριστοτέλης - αντίθετα με τη θεωρία του Πλάτωνα, ότι το πρωταρχικά πραγματικό είναι οι «ιδέες» τις οποίες παρίστανε ως αυθύπαρκτες οντότητες, ανεξάρτητες από τα «καθ’ έκαστον» όντα, ισχυρίζεται ότι το «καθ’ όλου» δεν είναι κάτι ουσιαστικό. Ακόμη ότι η ουσία δεν μπορεί να βρίσκεται έξω από τα όντα και ότι στις «ιδέες» λείπει η κινητική δύναμη, που χωρίς αυτή δεν μπορούν να είναι αιτίες των φαινομένων, παραδεχόμενος ότι το «καθ’ έκαστον» είναι το μόνο πραγματικό, είναι η ουσία. Οι καθολικές έννοιες, λέγει ο Αριστοτέλης, εκφράζουν μόνον ιδιότητες των ουσιών και οι έννοιες των γενών μόνο τα κοινά γνωρίσματα ορισμένων ουσιών.
β) Το «είδος» και η «ύλη». Η διδασκαλία του Αριστοτέλη για το «είδος» και την «ύλη» είναι η προσπάθεια να παρουσιάσει μάλλον τις έννοιες αυτές σε μια θεωρία, που να φαίνεται ορθότερη από την πλατωνική και όχι κάτι διαφορετικό από αυτή. Συμφωνώντας ουσιαστικά με τον Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης λέγει ότι το αντικείμενο της γνώσης μπορεί να αποτελεί μόνο το αναγκαίο και αμετάβλητο. Κάθε όμως αισθητό είναι τυχαίο και μεταβλητό, δύναται να υπάρχει και να μην υπάρχει. Μόνο ό,τι  είναι πέραν των αισθήσεων και βρίσκεται εντός των  εννοιών, είναι το αμετάβλητο, όπως αμετάβλητες είναι και οι έννοιες.
Περισσότερο σπουδαία θεωρεί ο Αριστοτέλης τη σκέψη ότι κάθε μεταβολή προϋποθέτει κάτι το αμετάβλητο, κάθε γένεση κάτι που δεν έχει γίνει. Ξεχωρίζει το «υποκείμενο», που γίνεται υπαρκτό και που σε αυτό συντελείται η μεταβολή από τις «ιδιότητες», που προκαλούν τη μεταβολή στο υποκείμενο. Το υποκείμενο ο Αριστοτέλης το ονομάζει «ύλη» και τις ιδιότητες «είδος» ή «μορφή». Επειδή η δημιουργία αγγίζει το σκοπό της, όταν η ύλη λάβει το είδος, το είδος κάθε όντος είναι η αληθινή ουσία, η ενέργεια, η «εντελέχεια». Επομένως το είδος είναι γενικά το «εν ενεργεία όν», ενώ η ύλη έχει αναγκαστικά τη δύναμη ή τη δυνατότητα, επομένως είναι δύναμη ή το «δυνάμει όν». Αν η ύλη εκληφθεί χωρίς το είδος, τότε απομένει η «πρώτη ύλη», που μόνη της όμως δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ. Τα είδη είναι αΐδια, αμετάβλητα και δεν βρίσκονται έξω από τα όντα, αφού ο κόσμος είναι αιώνιος. Το είδος είναι όχι μόνον η έννοια και η ουσία του κάθε όντος, αλλά ο τελικός του σκοπός και η δύναμη που πραγματοποιεί αυτόν το σκοπό.
Στην ύλη οφείλεται η «φυσική αναγκαιότητα», ανάγκη και «τυχαίο», αυτόματον και τύχη, που περιορίζουν τη σκόπιμη ενέργεια της φύσης και των ανθρώπων κι επεμβαίνουν σε αυτή. Η ύλη γίνεται δεύτερη αρχή, πλησίον του είδους, εφοδιασμένη με ιδιαίτερη δύναμη. Με τη διάκριση λοιπόν του «δυνάμει» και «ενεργεία» όντος, ο μαθηματικός τύπος του Πλάτωνα για το σχηματισμό της έννοιας και της οντολογίας αντικαθίστανται με έναν βιολογικό.
γ) Το «κινούν» και το «κινούμενον». Από τη σχέση του είδους και της ύλης προέρχεται η κίνηση ή η μεταβολή, που την υφίστανται όλα τα όντα που έχουν μέσα τους ύλη. Η κίνηση είναι το να γίνει πραγματικό «ενεργεία όν» το «δυνάμει όν». Κάθε κίνηση προϋποθέτει εκείνο που κινεί (κινούν) και αυτό που κινείται από το πρώτο (κινούμενον). Το κινούν είναι το είδος «το εν ενεργεία όν» και το κινούμενον η ύλη «το δυνάμει ον». Οποτεδήποτε είδος και ύλη έρχονται σε συνάφεια και επαφή, γεννάται πάντα και υποχρεωτικά κίνηση, γιατί το είδος, ως αγαθό και θείο, έλκει την ύλη.
Η κίνηση δεν δύναται να έχει αρχή και τέλος, είναι δηλαδή αιώνια και αέναη, αφού και το είδος και η ύλη καθώς και η ανάμεσά τους σχέση που δημιουργεί την κίνηση είναι αιώνια. Η αιώνια όμως κίνηση δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε κάτι ακίνητο, που είναι άϋλο, να είναι είδος χωρίς ύλη, επομένως «καθαρή ενέργεια». Και επειδή η ύλη είναι το ατελές και το είδος το τέλειο, πρέπει  το πρώτο «κινούν»  να είναι απόλυτα τέλειο, αυτό που βρίσκεται στην κορυφή της ύπαρξης. Και το απόλυτα άϋλο ή ασώματο όν είναι  μόνον ο «νους» ή η «νόηση». Η νόηση είναι «θεωρία» ή διαφορετικά αδιάλειπτη «νοητική ενέργεια», που αντικείμενό της δύναται να αποτελέσει μόνον ο εαυτός της, γιατί η αξία της είναι ανάλογη με την αξία του περιεχομένου της.
Το δόγμα του Αριστοτέλη στην ερμηνεία της κίνησης είναι το πρώτο κινούν, αυτό που «κινεί όλα όσα βρίσκονται σε κίνηση χωρίς να κινείται το ίδιο και που πρέπει να είναι μάλλον ελκτικό παρά απωθητικό, αιώνιο, χωρίς υλικές διαστάσεις, χωρίς μέγεθος πεπερασμένο ή άπειρο και αμερές», δηλαδή αδιαίρετο. Η αντίληψη για το πρώτο κινούν δίνει την εντύπωση περισσότερο μιας θεολογικής προσέγγισης, και μάλιστα σύγχρονης, παρά επιστημονικής τεκμηρίωσης. Η αριστοτελική θεωρία της κίνησης ίσχυσε επί αιώνες αιώνων, όσο κράτησε η γεωκεντρική αντίληψη του κόσμου.
Το πλέον πολύτιμο όμως και το πλέον τέλειο είναι μόνον ο ίδιος ο «θείος νους». Επομένως η νόηση του θείου είναι νόηση που νοεί τον εαυτό της, «νόησις νοήσεως». Ο Θεός στην αδιάλειπτη και αναλλοίωτη αυτή «θεωρία» του εαυτού του, βρίσκει τη μακαριότητά του. Στον κόσμο δεν ενεργεί εξερχόμενος του εαυτού του με το να διαθέτει τη νόηση και τη βούληση του επί του κόσμου, αλλά μόνον υπάρχει. Το απόλυτα τέλειο όν, σαν ανώτερο αγαθό, είναι ακόμη και ο τελικός σκοπός των όντων. Αυτόν όλα τα όντα επιθυμούν σφοδρά και προς αυτόν όλα κινούνται. Από αυτόν εξαρτάται η ενιαία τάξη, η συνοχή και η ζωή του κόσμου.
Η Φυσική
Η Μεταφυσική ασχολείται με το ακίνητο και ασώματο, ενώ η Φυσική με το κινούμενο και το σωματικό και μάλιστα με εκείνο που περιέχει την αρχή της κίνησης.
Ο Αριστοτέλης με τον όρο «κίνηση» εννοεί γενικά κάθε μεταβολή, κάθε πέρασμα στην πραγματικότητα μιας δυνατότητας, ενός «δυνάμει όντος». Διακρίνει τέσσερα είδη κίνησης: της «ουσίας», γέννηση και φθορά, την «ποσοτική», αύξηση και ελάττωση, την «ποιοτική», αλλοίωση – δια μείξεως ενσωμάτωση - ενός σώματος σε ένα άλλο και την «τοπική», φορά - αλλαγή τόπου. Δέχεται ότι το άπειρο μπορεί να υπάρχει μόνο ως δυνατότητα «δυνάμει» και όχι ενεργητικά «ενεργεία». Ορίζει το χώρο ως το σύνορο του «περιέχοντος και του περιεχομένου», το χρόνο ως τον αριθμό της κίνησης σχετικά με το πριν και το μετά, συμπεραίνοντας ότι κενός χώρος δεν υπάρχει και ότι ο χρόνος, όπως κάθε αριθμός, προϋποθέτει μια ψυχή, που απαριθμεί. Αποδεικνύει ότι από τις κινήσεις εντός του χώρου μόνο η κυκλική είναι απλή και συνεχής, που δύναται να είναι άναρχη και αιώνια.
Δέχεται την ποιοτική διαφορά των στοιχείων της γης (του νερού, του αέρα και της φωτιάς) και κατακεραυνώνει όχι μόνο τη μαθηματική κατασκευή (τύπο) του Πλάτωνα, αλλά και τη θεωρία της ατομικής Σχολής. Προσπαθεί να αποδείξει ότι τα μόρια της ύλης και ιδίως τα στοιχεία μεταβάλλονται ποιοτικά, επειδή αλλοιώνονται οι ιδιότητες του ενός με την επίδραση του άλλου. Υποστηρίζει ότι η μείξη των υλικών μορίων δεν είναι μόνο απλή συσσώρευση, αλλά σχηματισμός νέου μορίου, από τα αναμειχθέντα μόρια (χημική μείξη). Σπουδαιότερη όμως θεωρεί την αρχή ότι η ενέργεια της φύσης δεν είναι απλώς φυσική, αλλά σκόπιμη. Η φύση δεν πραγματοποιεί τίποτα χωρίς σκοπό, πάντοτε τείνει προς το καλύτερο και δημιουργεί πάντα το ωραιότερο. Σε όλα της τα έργα υπάρχει κάτι το θεϊκό, έτσι που να φαίνεται καθαρά η πιο θαυμαστή σκοπιμότητα, που υποχρεώνει να αποδοθεί σε γενικότερη σκόπιμη ενέργεια. Ενυπάρχει σκέψη ότι κάθε τι που παρουσιάζεται φυσιολογικά δεν μπορεί να είναι τυχαίο.
Ο καθ’ αυτό λόγος, λοιπόν, των έργων της φύσης ανευρίσκεται στις τελικές αιτίες. Το πλέον σημαντικό γνώρισμα της αριστοτελικής τελεολογίας είναι ότι: δεν είναι ούτε ανθρωποκεντρική, ούτε προκαλείται από έναν πλάστη ή ρυθμιστή του κόσμου, ο οποίος ίσταται εκτός αυτού, αλλά είναι απόλυτα ριζωμένη εντός της φύσης, που ωθείται από μια σκόπιμη ορμή.

Τελεολογία λοιπόν είναι «η αντίληψη ότι τα πάντα στον κόσμο διέπονται από ένα σκοπό, προς την εκπλήρωση του οποίου τείνουν[23]». Ότι κάθε πράγμα υπάρχει για ένα σκοπό και τείνει προς την τέλεια κατάστασή του, δηλαδή να υπηρετεί αυτό για το οποίο είναι πλασμένο, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ο Αριστοτέλης έφτασε στην αντίληψη αυτή με καθαρή παρατήρηση και λογική σκέψη, χωρίς τη δυνατότητα πειραματικής εφαρμογής ή επιστημονικής επαλήθευσης. Ως εκ τούτου η τελεολογία είναι μη μετρήσιμη, δηλαδή μη αποδείξιμη με τον αμιγώς σύγχρονο επιστημονικό τρόπο. Αφού δεν μπορεί να μετρηθεί, δεν μπορεί να έχει πειραματική επαλήθευση, δεν μπορεί να αποκτήσει επιστημονική οντότητα. Παραμένει μια μεταφυσική σκέψη, ένα άλμα λογικής, ένα δόγμα, που οφείλει να γίνει πιστευτό γιατί προσφέρει μια ερμηνεία. Η αριστοτελική τελεολογία ακολούθησε την πιο περιπετειώδη πορεία από κάθε άλλη φιλοσοφική ιδέα δια μέσου των αιώνων. Περιπετειώδης λοιπόν η πορεία της ιδέας του Αριστοτέλη, από την ερμηνεία της κίνησης, μέχρι την ηθική αρετή και τους εκπαιδευτικούς στόχους που έθετε, δηλαδή από την καθαρή επιστημονική σκέψη έως τις απολύτως φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές προεκτάσεις.



Τα έμψυχα όντα
Ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζεται ως ο πρωτεργάτης και δημιουργός της συγκριτικής και της συστηματικής ζωολογίας και ο θεμελιωτής της επιστημονικής φυτολογίας. Σύμφωνα με τη θεωρία του, στον οργανικό κόσμο η ύλη είναι το σώμα και το είδος η ψυχή στα έμψυχα όντα. Η ένωση της ψυχής με το σώμα είναι ίδια με την ένωση είδους και ύλης. Το σώμα είναι το όργανο της ψυχής.
Ο Αριστοτέλης δέχεται τρία είδη ψυχής: τη θρεπτική ή φυτική, την αισθητική ή ζωική και τη λογική ή ανθρώπινη. Στη κατώτερη βαθμίδα κατατάσσονται τα φυτά, που περιορίζονται μόνο στη λειτουργία της θρέψης και της αναπαραγωγής, χωρίς καμία ικανότητα για αίσθηση. Έπειτα κατατάσσονται τα ζώα, των οποίων η σάρκα τους χρησιμεύει ως έδρα της αίσθησης και η καρδιά ως κεντρικό όργανο της ζωικής θερμότητας. Βάση του κεντρικού οργάνου είναι το «πνεύμα», ο άμεσος φορέας της ψυχής. Με το πνεύμα η ψυχή περνάει δια του σπέρματος από τον πατέρα στο παιδί. Τα ζώα διαιρούνται σε άναιμα και έναιμα, που αντιστοιχούν στα ασπόνδυλα και στα σπονδυλωτά.
Ο άνθρωπος
Ο άνθρωπος διακρίνεται σαφώς από τα άλλα ζώα, γιατί ο νους είναι ενσωματωμένος με τη ζωική ψυχή, αυτή η ένωση (ενσωμάτωση) τον κάνει να έχει ανώτερο προορισμό. Ο άνθρωπος έχει το περισσότερο και καθαρότερο αίμα, τον μεγαλύτερο εγκέφαλο, την περισσότερο υψηλή ζωική θερμότητα και πολύτιμα όργανα (γλώσσα – χέρια κ.τ.λ.) χαρακτηριστικά που τον διακρίνουν από τα λοιπά ζώα.
Με την αντίληψη (αίσθηση) μεταδίδεται ο τύπος του αισθητού. Τα ιδιαίτερα αισθητήρια παρέχουν αδιαλείπτως πληροφορίες για τις ιδιότητες των όντων, χωρίς να λαθεύουν. Τις γενικές ιδιότητες των όντων (ενότητα, αριθμό, μέγεθος και σχήμα, χρόνο, στάση, κίνηση) τις αντιλαμβανόμαστε όχι μόνο με ένα αισθητήριο, αλλά με το κοινό αισθητήριο, τοιουτοτρόπως ενώνονται όλες οι εντυπώσεις, οι οποίες δημιουργούνται από τα μερικά αισθητήρια. Όργανο του κοινού αισθητηρίου είναι η καρδιά.
Αν η κίνηση στο αισθητήριο όργανο διατηρείται πέραν της διάρκειας της αντίληψης, μεταβιβάζεται στο κεντρικό όργανο και προκαλεί εκεί νέα εμφάνιση της σχετικής εικόνας ώστε να δημιουργηθεί η παράσταση (φαντασία). Αν μια παράσταση αναγνωριστεί ως εικόνα κάποιας προηγούμενης αντίληψης, τότε προκύπτει η μνήμη.  Από το κέντρο τής αίσθησης εκκινούν οι επιθυμίες (όρεξη ή αποστροφή) και η ηδονή ή η λύπη. Όλες αυτές οι λειτουργίες ανήκουν στη ζωική ψυχή, που γεννάται και χάνεται μαζί με το σώμα. Ο νους όμως είναι αγέννητος και αθάνατος. Εισέρχεται έξωθεν στο ψυχικό σπέρμα, μεταβιβάζεται από τον πατέρα στο παιδί, δεν έχει σωματικό όργανο, είναι άφθαρτος και δεν υφίσταται καμία επίδραση από την καταστροφή του σώματος.
Ο Αριστοτέλης διακρίνει διπλό νου: τον ποιητικό, που ενεργεί για το κάθε τι και τον παθητικό, που γεννά το κάθε τι. Ο πρώτος είναι αιώνιος και άφθαρτος, ο δεύτερος ακολουθεί την τύχη του σώματος. Στην ένωση του λογικού με τις κατώτερες ψυχικές δυνάμεις, στηρίζονται οι νοητικές ενέργειες, οι οποίες υψώνουν τον άνθρωπο πάνω από τα ζώα.
Η Ηθική
 Ο Αριστοτέλης με τα «Ηθικά Νικομάχεια», λαμβάνοντας ως βάση την ζωή στον «κτιστό κόσμο», αναλύει την ηθική ουσία του ανθρώπου, με την πρόθεση να περιλάβει στην ηθική τελείωσή του και τα υπό την λογική μέρη της ψυχής. Αυτή η ηθική τελείωση δεν παρουσιάζεται να πηγάζει από μια υπερβατική αρχή, αλλά από την ίδια την ουσία των ανθρώπων.
Σκοπός της ανθρώπινης ενέργειας, όπως διδάσκει ο Αριστοτέλης, είναι η ευδαιμονία και η καθ’ αυτό ευδαιμονία είναι η αρετή. Ακόμη αν υπάρχουν θεωρητικές και πρακτικές αρετές, τότε η επιστημονική ή καθαρά νοητική ενέργεια αποτελεί το πρώτο και πλέον πολύτιμο συστατικό της ευδαιμονίας, αλλά και η πρακτική ενέργεια ή η ηθική αρετή, το δεύτερο και ουσιαστικό συστατικό της. Για την ευδαιμονία απαιτείται ωριμότητα και τελείωση της ζωής. Ενάρετος είναι μόνον εκείνος, που ευφραίνεται να πράττει το καλό και το ωραίο, θυσιάζοντας τα πάντα με μεγάλη χαρά χάριν αυτής της ευχαρίστησης. Όλες οι αρετές στηρίζονται σε φυσικές κλίσεις (φυσικές αρετές) όμως αρετές δυνητικά ονομάζονται μόνον εκείνες που ως γνώμονα έχουν τη φρόνηση. Η αρετή ως ηθική, έχει την έδρα της στη βούληση. Η βούληση μετατρέπεται σε αρετή αν είναι σταθερή ιδιότητα, θεμελιωμένο φρόνημα επί ενός αξιώματος, διαδικασία που επισυμβαίνει μόνο στον ώριμο άνθρωπο.
Ο Αριστοτέλης, απογαλακτισμένος από τον υπερβατικό ιδεαλισμό του Πλάτωνα, βρέθηκε στην αντιφατική υποχρέωση να εξάγει ένα ηθικό ιδανικό από την ίδια την εμπειρική πραγματικότητα. Τοιουτοτρόπως δεν παραδίδει μια κατηγορική ηθική, αλλά περιορίζεται σε μια περιγραφική. Η τελευταία σπίθα του πλατωνικού ιδεαλισμού στην αριστοτέλεια φιλοσοφία, είναι η αναγνώριση ό,τι μέσα στον άνθρωπο κατοικεί κάτι το θεϊκό, ο νους, στον οποίο αναφέρεται όταν προτρέπει τους ανθρώπους να καθιστούν αθάνατο τον εαυτό τους στην ίδια τη ζωή με τις πράξεις τους.
Η Ιστορία και η Θρησκεία
 Ο Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα και τους σοφιστές, δέχεται ότι τα γεγονότα της ιστορίας και της ιστορίας του πολιτισμού έχουν τη δική τους ξεχωριστή αξία, είναι δε, ο πρώτος που διέβλεψε ότι δεν υπάρχει μόνον η επιστήμη του καθόλου (επιστήμη των εννοιών και των νόμων) αλλά ότι και η έρευνα των επί μέρους γεγονότων και ιστορικών φαινομένων δικαιούται να είναι επιστήμη.
Η θεολογία του Αριστοτέλη εντάσσεται σε μια αφηρημένη μονοθεΐα, που αποκλείει κάθε ανάμειξη του θείου στην πορεία του κόσμου. Ο θεός είναι ο νους που νοεί τον εαυτό του και αυτός ο νους είναι η αρχή όλων των όντων, που κινεί τον κόσμο. Ο θεός πρέπει να τιμάται με θαυμασμό και αγάπη, αλλά οι άνθρωποι δεν πρέπει να αναμένουν καμιάν ανταπόδοση ή να διαβλέπουν σε οποιαδήποτε θεϊκή πρόνοια. Ο Αριστοτέλης αποκρούει τη λαϊκή θρησκεία και τις ανθρωπόμορφες παραστάσεις της ουσίας του θεού, οι οποίες προέρχονται από ανθρώπινη κλίση και από πολιτικές ανάγκες. 



Ο Αριστοτέλης θεωρείται θεμελιωτής των βιολογικών επιστημών. Αυτά που ονομάζουμε σήμερα βιολογικά φαινόμενα  κατέχουν κεντρική θέση σε ολόκληρο το Αριστοτελικό οικοδόμημα. Όπως ήδη αναφέρθηκε για τον Αριστοτέλη[25], αυτό που χαρακτηρίζει το ζωντανό κόσμο είναι η ψυχή. Συνοψίζοντας: η ψυχή, που ορίζεται ως η πρώτη εντελέχεια ενός οργανικού σώματος, είναι η αρχή της ζωής του κόσμου, η δύναμη που κινεί  το ον και το πλάθει σαν όργανό της. Είναι λοιπόν πολύ φυσικό, που η σκόπιμη ενέργεια της φύσης προβάλλει ευκρινέστερα στα έμψυχα όντα, γιατί όλα είναι εξ’ αρχής και διά παντός υπολογισμένα στην ψυχή και στις ενέργειες που προέρχονται από αυτήν.


Η αριστοτελική φιλοσοφία αναπήδησε από την πλατωνική, αλλά ο φιλόσοφος διαμόρφωσε εντελώς δική του κοσμοθεωρία. Όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει σχέση ανάμεσα στις δυο φιλοσοφικές θεωρίες, όπως συνάγεται από την εμμονή του Αριστοτέλη σε έναν ιδεαλισμό, που αφορά στην έννοια της αναγωγής του κοσμικού συνόλου σε μια νοητική αρχή και της υπεροχής των νοητικών αξιών επί των υλικών.
Ο Αριστοτέλης είναι ο συνεχιστής των Ιώνων φυσικών και, ως ένα βαθμό, και των σοφιστών. Είναι ένας θεωρητικός χαρακτήρας, μια φύση παρατηρητική και εφευρετική, αντικρίζει τον κόσμο, για τον οποίο δεν έχει καμία αμφιβολία περί της αιωνιότητάς του, ως ορισμένο μέγεθος που το αναλύει με τη νόηση του.


Σχετική εικόνα



Αντιμετωπίζει τα διάφορα ζητήματα διαφορετικά από τον Πλάτωνα, επί το πλείστον με ψυχρό νου, με μεγαλύτερη απάθεια, με περισσότερο δυνατή την αίσθηση της πραγματικότητας, επιδιώκοντας να διαπιστώσει παρά να διορθώσει. Η ηθική και η πολιτική του είναι προσανατολισμένες ολοκληρωτικά προς τον υπαρκτό κόσμο. Σε αυτές τις δύο έννοιες απουσιάζει ο υπερβατικός ρυθμιστής, που στον Πλάτωνα αποτελείται από τον νοητό κόσμο των ιδεών. Ιδιαίτερο γνώρισμα της αριστοτελικής φιλοσοφίας, που την διακρίνει από την πλατωνική, είναι ο συνδυασμός ενός στιβαρού εμπειρισμού με φιλοσοφική θεωρία.
Στη Μεταφυσική και στη Λογική του Αριστοτέλη συνδυάζονται οι υλιστικές και οι ιδεαλιστικές αρχές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Οι υλιστικές εκφράζονται με την διδασκαλία του «καθ’ έκαστον» ως πρώτη ουσία, με την ανεξαρτησία του είναι από τη συνείδηση και με την ύλη, ως αυτοτελή αρχή της πραγματικότητας. Οι ιδεαλιστικές εκφράζονται με τη θεωρία για το «είδος» ως μορφοποιό αρχή, για τη νόηση ως πηγή γνώσης και για τη θεότητα ως «πρώτο κινούν». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Αριστοτέλης ήταν ιδεαλιστής. Αλλά ο ιδεαλισμός του είναι περισσότερο αντικειμενικός και πλέον γενικός από εκείνον του Πλάτωνα και για το λόγο αυτό πολλές φορές η διδασκαλία του για τη φύση ταυτίζεται με τον υλισμό.
Η επίδραση της αριστοτελικής φιλοσοφίας σε όλες τις εποχές ήταν εξαιρετικά σπουδαία και μεγάλη. Η οργάνωση της επιστήμης εξακολούθησε στη σχολή του, την Περιπατητική, τη ρωμαλέα της δράση, όχι μόνο στις φυσικές επιστήμες, αλλά και στις ιστορικοφιλοσοφικές. Οι έρευνες των Αλεξανδρινών φιλοσόφων είναι έμμεσο γέννημα του αριστοτελικού νου. Για το δυτικό χριστιανικό σχολαστικισμό, την ανατολική Ορθοδοξία και την αραβική φιλοσοφία του Μεσαίωνα, έως τη ρήξη τους με την αναγεννώμενη νεωτερική επιστήμη, ο Αριστοτέλης ήταν το άπαν της ανθρώπινης σοφίας. 

«Με τον Αριστοτέλη[26], ο σύγχρονος αναγνώστης αισθάνεται περισσότερο οικείος. Ο Αριστοτέλης γράφει µε έναν τρόπο που θυµίζει τον σημερινό τρόπο γραφής της φιλοσοφίας. Για την ακρίβεια, είναι αυτός που πρώτος καθιερώνει την επιστημονική πραγματεία ως όχηµα μετάδοσης της φιλοσοφίας. Στα αριστοτελικά κείµενα κυρίαρχος δεν είναι ο συγγραφέας ή τα λογοτεχνικά προσωπεία του, αλλά τα προβλήματα που συζητούνται και οι θέσεις που εκτίθενται. Ένα συγκεκριμένο πρόβληµα αποτελεί την αφετηρία κάθε αριστοτελικής πραγματείας…».




Αριστοτέλης και Χριστιανισμός

Τα προβλήματα αμφισβήτησης του Αριστοτέλη[27] αρχίζουν να εμφανίζονται κυρίως με τον Γαλιλαίο, που κατέρριψε τη γεωκεντρικότητα, αποδεικνύοντας την κίνηση της γης, με ό,τι ακολούθησε στα θεολογικά τεκταινόμενα. Ο Γαλιλαίος εξέφρασε την αμετάτροπο κίνηση, που είναι ομαλή κυκλική και δεν αποδίδεται σε κανένα «κινούν». Εισάγει την σύγχρονη επιστημονική μέθοδο, όπου μόνο το πείραμα μπορεί να έχει αποδεικτική ισχύ και όπου πηγή κάθε επιστημονικά τεκμηριωμένης αντίληψης είναι η μέτρηση. Ενώπιον αυτής της νέας επιστημονικής πνοής, οι αριστοτελικές «εικασίες» φαντάζουν ονειρικού τύπου φαντασίες. Ο επιστημονικός κόσμος αρχίζει να διαγράφει μια νέα πορεία έτσι που καμία φιλοσοφική προσέγγιση των φυσικών επιστημών δεν έχει θέση. Όταν και ο Νεύτωνας παγίωσε τη θεωρία της αδράνειας στην κίνηση, ήταν αναχρονιστικό να επικαλείται κανείς την επιστημονικότητα των ιδεών του Αριστοτέλη.


Το χάσμα του Αριστοτέλη με τις επιστήμες έλαβε συγκρουσιακό χαρακτήρα, αν αναλογιστούμε την καταπίεση και συνεχή ακύρωση κάθε ανθρώπινης σκέψης και ιδέας από τη χριστιανική ηθική του πρώιμου μεσαίωνα, από την Εκκλησία των γεωκεντρικών αντιλήψεων και της άυλης μεταφυσικής, η οποία επέβαλε επιτακτικά και ως μόνη επιστημονική αλήθεια τις ιδέες του Αριστοτέλη. Μέσα σε αυτό το κλίμα η κατάρριψη της αριστοτελικής σκέψης αποτέλεσε βασικό στόχο των επιστημών, αφού στην ουσία επρόκειτο για την κατάρριψη της ίδιας της θεολογικής στυγνής επιβολής που κρυβόταν από πίσω του. Ο Αριστοτέλης δηλαδή, έγινε το εξιλαστήριο θύμα μιας σύγκρουσης που δεν τον αφορούσε ούτε στο ελάχιστο. Έτσι δημιουργήθηκε ένα είδος αντιαριστοτελικού φανατισμού, καθώς οποιαδήποτε φιλοαριστοτελική στάση ταυτιζόταν με το θρησκευτικό σκοταδισμό. Η ταύτιση του Αριστοτέλη με την επικρατούσα πρώιμη μεσαιωνική εκκλησιαστική αντίληψη δεν είναι απλώς μια παρεξήγηση σε βάρος του, αλλά μια κατάφωρη αδικία σε ένα φιλόσοφο, θεμελιωτή του ορθού λόγου, που από θέση αρχής προσπάθησε να φτάσει στην αντικειμενική αλήθεια παραβλέποντας κάθε άλλη οπτική πέραν της φυσικής παρατήρησης.
Γαλιλαίος
Γαλιλαίος (1564-1642)

Ο Αριστοτέλης μπορεί να μην είναι επιστήμονας με τη σύγχρονη έννοια, αλλά ανήκει σίγουρα σε αυτούς που έθεσαν τις βάσεις της επιστημονικής σκέψης. Σε κανένα σημείο δεν αναφέρει κανένα Θεό ως κινητήριο δύναμη οποιασδήποτε δράσης, αφού πάντα μελετούσε την ίδια τη φύση, όπως οφείλει κάθε επιστήμονας. Η οποιαδήποτε σύνδεσή του με το χριστιανισμό είναι απόλυτος παραλογισμός, δικαιολογημένος αν αναλογιστούμε το παράλογο αιώνων καταστολής της σκέψης, που απολύτως και φυσικά, γεννά την αντίδραση. Ο Αριστοτέλης ταυτίστηκε με τη θεοκρατική έκφραση της συντήρησης αφού αυτή η ταύτιση δεν έχει ξεπεραστεί ούτε στις μέρες μας. Επαναλαμβάνουμε όμως ότι ο Αριστοτέλης δεν απέδωσε πουθενά την ύπαρξη του τελικού σκοπού πέρα από την ίδια τη φύση.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί ο Αριστοτέλης θεωρείται μεταφυσικός φιλόσοφος. Δεν είναι μόνο το έργο του «Μετά τα φυσικά» που συνέβαλε σε αυτόν το χαρακτηρισμό, αλλά η ίδια η αντίληψη της τρέχουσας επιστήμης που τον τοποθετούσε στους μεταφυσικούς με την έννοια της θεολογικής απόχρωσης. Αν θεωρήσουμε ως μεταφυσική σκέψη αυτή που δεν μπορεί να αποδειχθεί πειραματικά ή να μετρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο, τότε ασφαλώς η τελεολογική θεώρηση του κόσμου είναι μεταφυσική σκέψη.

Όμως μεταφυσική σκέψη, δεν είναι και ο απόλυτος χώρος[28] του Νεύτωνα, «ένα τεράστιο, ακίνητο και παγκόσμιο σύστημα αναφοράς μέσα στο οποίο βρίσκεται και κινείται ολόκληρο το σύμπαν», που δεν είναι ούτε μετρήσιμος, ούτε αντιληπτός με τις αισθήσεις; Τελικά σε τι διαφέρει, ως προς το μεταφυσικό μέρος, ο απόλυτος χώρος του Νεύτωνα από το αριστοτελικό «πρώτο κινούν»; Ο χωρόχρονος του Αϊνστάιν και οι καμπυλώσεις του, που εξηγεί τις πλανητικές κινήσεις, είναι ή όχι μεταφυσική σκέψη; Αν δεχτούμε ότι το αποκορύφωμα της ανθρώπινης επιστημονικής σκέψης καταλήγει και πάλι σε μεταφυσικά συμπεράσματα, τότε γιατί τόσος αρνητισμός προς την αριστοτελική τελεολογία που πρέπει οπωσδήποτε να κρύβει ή να υπονοεί τη θεοκρατική εκδοχή;



Σήμερα υπάρχουν φωνές που δικαιώνουν τον Αριστοτέλη τόσο στη βιολογία, όσο και στη κβαντική μηχανική. Τελικά, το αν η τελεολογία ισχύει ή όχι έχει μικρή σημασία καθώς η πορεία της ανθρώπινης επιστημονικής σκέψης εξελίσσεται μόνο μέσα από ανατροπές, γεγονός που βεβαιώνει ότι οι αλήθειες του σήμερα προφανώς θα είναι η ιστορία του αύριο και ότι ανά πάσα στιγμή το μεγαλύτερο επιστημονικό δεδομένο μπορεί να γίνει μουσειακό είδος εκ του παρελθόντος. Σημασία έχει η ίδια η ανθρώπινη σκέψη που διαρκώς αναζητά μια βαθύτερη αλήθεια που τελικά αδυνατεί να πλησιάσει συμμετέχοντας σε ένα διαρκές παίγνιο, που δεν θα τελειώσει ποτέ. Ανθρώπινη σκέψη που είναι αναγκασμένη να καταφύγει στη μεταφυσική[29], δηλαδή στην έσχατη αναπόδεικτη υπόθεση καθώς δεν έχει άλλη επιλογή. Που ξέρει καλά ότι διασχίζοντας όλα τα υψίπεδα της λογικής στο τέλος καραδοκεί πάντα η μεταφυσική ακροβασία. Όμως η μεταφυσική ακροβασία της επιστήμης, δηλαδή της άκρατης λογικής, δεν σχετίζεται επ’ ουδενί με τη θρησκευτικότητα, αφού η επιστήμη λειτουργεί μόνο μέσα από τη διαρκή αναζήτηση, ενώ οι θρησκείες ανακόπτουν κάθε τέτοια. Οι επιστήμες δεν θεωρούν τίποτε δεδομένο και γι’ αυτό δεν παύουν να εξελίσσονται, ενώ οι θρησκείες θεωρούν τα πάντα δεδομένα και απεχθάνονται τις εξελίξεις, διεκδικώντας την μόνη και παραδεκτή αλήθεια. Η μεταφυσική των θρησκειών εκτοπίζει τη σκέψη, αφού δεν αφήνουν κανένα περιθώριο ανάπτυξής της, ενώ οι επιστήμες την αποθεώνουν. Ουσιαστικά αντιπαραβάλλεται η μεταφυσική τής πνευματικής εγρήγορσης με τη μεταφυσική τής πνευματικής νωθρότητας. Το να συγκαταλέγουμε την αριστοτελική μεταφυσική στην θεοκρατική, θρησκευτική αντίληψη, δεν είναι απλώς παρανόηση, είναι η απόλυτη σύγχυση εννοιών, δηλαδή ο έσχατος παραλογισμός.


Συμπερασματικά λοιπόν, οι θρησκευτικές απόψεις, είχαν στην αρχαιότητα δεσμευτική επίδραση στις νέες ιδέες, θεωρήσεις και φιλοσοφική εκφορά στα περί του κόσμου, εντός και εκτός του ανθρώπινου όντος. Η θεωρητική γεωμετρία εφαρμοζόταν στη μηχανική, αλλά η εφαρμογή της στην ουράνια μηχανική έγινε με μεγάλη επιφυλακτικότητα και μάλιστα δεν έγινε δεκτή, γιατί προσέκρουσε στις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Η θεωρία του Αρίσταρχου, που ήταν όμοια με του Κοπέρνικου, αποδοκιμάσθηκε από τους μαθηματικούς και ο στωικός Κλεάνθης την κατήγγειλε ως πράξη ασεβή.
Η πνευματική κληρονομιά της κλασσικής αρχαιότητας διατηρήθηκε έως τον πρώιμο Μεσαίωνα, αφού έγινε κοινό κτήμα όλης της Ρωμαιοκαθολικής αλλά και προτεσταντικής Ευρώπης, αλλά και εμπόδιο γιατί συνέβαλε  καθοριστικά στην δημιουργία και επικράτηση του σχολαστικισμού.



http://www.onassislibrary.gr/uploads/mediaem/31499_430440_1280_1280.jpg


http://www.onassislibrary.gr/uploads/mediaem/31499_430441_1280_1280.jpg

















Βλ. και Α. Καρπούζου, Πλάτωνας – Αριστοτέλης, Εργαστήριο Σκέψης, Αθήνα, 2016, σ. 4: «Η Ιδέα του Αγαθού είναι το σύνολο όλων των ιδεών, ο απόλυτος σκοπός του κόσμου και ο έσχατος λόγος του, δηλαδή είναι η αιτία όχι μόνο για τη γνώση, αλλά και για το είναι των ιδεών. Μ΄αυτό το τρόπο ορίζεται η Πλατωνική αιώνια οντότητα της Ιδέας, η οποία είναι αδέσμευτη από την Ανθρώπινη Σκέψη και Πράξη, δηλαδή είναι αμετάβλητη και καθορίζει ως αρχετυπικό πρότυπο και εξωκοσμική αιτία οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο. Χάρη στην Ιδέα-Μορφή (ορατή από το πνεύμα), ανυψωνόμαστε στο Εν και εγκαταλείπουμε την πολλαπλότητα των όψεων που παρουσιάζει ένα ον ή ένα φαινόμενο. Η Ιδέα είναι η ενότητα του πολλαπλού, αλλά όχι κάτι αφηρημένο αντίθετα τα όντα και  τα  φαινόμενα  που  εμπίπτουν στις αισθήσεις μας είναι αφηρημένα και η Ιδέα είναι η πραγματική πραγματικότητα».








[14] T. S. Kuhn, 1962, Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, Θεσσαλονίκη, Σύγχρονα θέματα, 1981. Η θεωρία του παραδείγματος του Kuhn: Η θεμελιώδης ιδέα που διέπει το έργο του Kuhn είναι ότι οι επιστημονικές γνώσεις κάθε ιστορικής περιόδου αποτελούν ένα αυτόνομο σύστημα με την δική του αξία και λειτουργικότητα, που δεν μπορεί να γίνει κατανοητό με τα κριτήρια επιστημονικότητας μιας άλλης περιόδου. Η διάρθρωση των συστημάτων επιστημονικών γνώσεων θεμελιώνεται στην έννοια του παραδείγματος, σε συνάρτηση με την οποία ορίζεται η επιστημονική κοινότητα, που μετέχει σε ένα τέτοιο σύστημα. Η σύνδεση παραδείγματος με επιστημονική κοινότητα σταθεροποιείται στα πλαίσια της κανονικής επιστήμης. Αλλά η ανάπτυξη της επιστήμης είναι μια ασυνεχής διαδικασία, που προχωρά με επιστημονικές επαναστάσεις. Έτσι, όταν κάποιες συσσωρευμένες ανωμαλίες οδηγήσουν σε περιόδους κρίσεων, στις οποίες αντιστοιχούν οι ιδιόρρυθμες επιστήμες, ανατρέπεται μια κανονική επιστήμη, για να επιβληθεί μια άλλη. Τέτοιες όμως επιστημονικές αλλαγές είναι απότομες και ολοκληρωτικές και αντιστοιχούν σε ασυμβίβαστες μεταξύ τους, ασύμμετρες θεωρίες. Το Παράδειγμα είναι ο πιο βασικός Όρος της Δομής. Ο Κuhn χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος αργότερα, με δυο διαφορετικές σημασίες. Πρώτον, σημαίνει το σύνολο των πεποιθήσεων, των μεθόδων και των τεχνικών, που ασπάζεται μια επιστημονική κοινότητα. Αποτελεί μια κοσμοθεωρία, μια οντολογική παραδοχή, μια κοινή γλώσσα. Δεύτερον, ο όρος Παράδειγμα αντιστοιχεί στις παραδειγματικές λύσεις συγκεκριμένων προβλημάτων, τα οποία χρησιμοποιεί και ως πρότυπα μια επιστημονική κοινότητα. Δεν έλειψαν οι αρνητικές κριτικές για το έργο του. Την πιο έντονη, μάλιστα, κριτική υπέστη η έννοια του Παραδείγματος, λόγω της ασάφειάς της.